Τήν παραμονή, λίγο μετά τά μεσάνυχτα, “ἐγενόμην ἐν τή νήσω τή καλούμενη Πάτμω”. Καθώς ἔπαιρνε νά χαράξει ἤμουν πάνω στή Χώρα. Ἡ θάλασσα, ἀκίνητη σάν τό μέταλλο, ἔδενε τά τριγυρινά νησιά.Δέν ἀνάσαινε οὔτε ἕνα φύλλο μέσα στό φῶς πού δυνάμωνε. Ἡ γαλήνη ἦταν ἕνα κέλυφος ὁλωσδιόλου ἀράγιστο.Ἔμεινα καρφωμένος ἀπό αὐτή τήν ἐπιβολή ἔπειτα ἐνίωσα πώς ψιθύριζα:“Ἔρχου καί βλέπε...”.

Γεώργιος Σεφέρης

"Από στενός πατριώτης, γίνομαι εθνικιστής, με τη συνείδηση του έθνους μου και όλων των άλλων εθνών, γιατί οι διαφορές των εθνών πάντα θα υπάρχουν, και έχω τη συνείδησή τους και χαίρομαι που υπάρχουν αυτές οι διαφορές, που με τις αντιθέσεις τους, με τις αντιλήψεις τους, υψώνουν την ανθρώπινη συνείδηση και ενέργεια. Από άτομο γίνομαι άνθρωπος. " (ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ 18-3-1919)



 Άρθρο - ανάλυση του Αντιναύαρχου ε.α. Β. Μαρτζούκου Π.Ν. και είναι απο την ιστοσελίδα του Αντίβαρου.

ΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΑ ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ ΚΑΙ ΔΕΙΧΝΟΥΝ ΟΤΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ ΜΑΣ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ ΠΟΛΥ ΣΥΝΤΟΜΑ!!!


Για αυτό είναι καλό να ξυπνήσουμε απο τον λήθαργο που μας έχουν ρίξει οι ελληνόφωνοι πολιτικοί μας: Αυτόν της διάβρωσης και τελικής καταστροφής της Ελλάδος!!! Ο καθένας ας τα εκλάβει όπως νομίζει.

Για να διαβάσετε περισσότερα κλικ στην εικόνα ή ΕΔΩ για να κατεβάσετε το άρθρο σε PDF





Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2009

28-10-1940 ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΜΕΤΩΠΟ...

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ (1959)
 - ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΠΡΩΤΟ -
Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΜΕΤΩΠΟ




Ξημερώνοντας τ' Αγιαννιού, με την αύριο των Φώτων, λάβαμε τη διαταγή να κινήσουμε πάλι μπροστά, για τα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες. Έπρεπε, λέει, να πιάσουμε τις γραμμές που κρατούσανε ως τότε οι Αρτινοί, από Χιμάρα ως Τεπελένι. Λόγω που εκείνοι πολεμούσανε απ' την πρώτη μέρα, συνέχεια, κι είχαν μείνει σκεδόν οι μισοί και δεν αντέχανε άλλο.

Δώδεκα μέρες κιόλας είχαμε μεις πιο πίσω, στα χωριά. Κι απάνω που συνήθιζε τ' αυτί μας πάλι στα γλυκά τριξίματα της γης, και δειλά συλλαβίζαμε το γάβγισμα του σκύλου ή τον αχό της μακρινής καμπάνας, να που ήταν ανάγκη, λέει, να γυρίσουμε στο μόνο αχολόι που ξέραμε: στο αργό και στο βαρύ των κανονιών, στο ξερό και στο γρήγορο των πολυβόλων.


Νύχτα πάνω στη νύχτα βαδίζαμε ασταμάτητα, ένας πίσω απ' τον άλλο, ίδια τυφλοί. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή το πιο συχνά ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας. Και τις λίγες φορές όπου κάναμε στάση να ξεκουραστούμε, μήτε που αλλάζαμε κουβέντα, μονάχα σοβαροί και αμίλητοι, φέγγοντας μ' ένα μικρό δαδί, μία μία εμοιραζόμασταν τη σταφίδα. Ή φορές πάλι, αν ήταν βολετο, λύναμε βιαστικά τα ρούχα και ξυνόμασταν με λύσσα ώρες πολλές, όσο να τρέξουν τα αίματα. Τι μας είχε ανέβει η ψείρα ως το λαιμό, κι ήταν αυτό πιο κι απ' την κούραση ανυπόφερτο. Τέλος, κάποτε ακουγότανε στα σκοτεινά η σφυρίχτρα, σημάδι ότι κινούσαμε, και πάλι σαν τα ζα τραβούσαμε μπροστά να κερδίσουμε δρόμο, πριχού ξημερώσει και μας βάλουνε στόχο τ' αεροπλάνα. Επειδή ο Θεός δεν κάτεχε από στόχους ή τέτοια, κι όπως τό 'χε συνήθειο του, στην ίδια πάντοτε ώρα ξημέρωνε το φως.

Τότες, χωμένοι μες στις ρεματιές, γέρναμε το κεφάλι από το μέρος το βαρύ, όπου δε βγαίνουνε όνειρα. Και τα πουλιά μας θύμωναν, που δε δίναμε τάχα σημασία στα λόγια τους - ίσως και πουασκημίζαμε χωρίς αιτία την πλάση. Άλλης λογής εμείς χωριάτες, μ' άλλω λογιώ ξινάρια και σιδερικά στα χέρια μας, που ξορκισμένα να 'ναι.

Δώδεκα μέρες κιόλας, είχαμε μεις πιο πίσω στα χωριά κοιτάξει σε κατρέφτη, ώρες πολλές, το γύρο του προσώπου μας. Κι απάνω που συνήθιζε ξανά το μάτι μας τα γνώριμα παλιά σημάδια, και δειλά συλλαβίζαμε το χείλο το γυμνό ή το χορτάτο από τον ύπνο μάγουλο, να που τη δεύτερη τη νύχτα σάμπως πάλι αλλάζαμε, την τρίτη ακόμη πιο πολύ, την ύστερη, την τέταρτη, πια φανερό, δεν ήμασταν οι ίδιοι. Μόνε σαν να πηγαίναμε μπουλούκι ανάκατο, θαρρούσες, απ' όλες τις γενιές και τις χρονιές, άλλοι των τωρινών καιρών κι άλλοι πολλά παλιών, που 'χαν λευκάνει απ' τα περίσσια γένια. Καπεταναίοι αγέλαστοι με το κεφαλοπάνι, και παπάδες θεριά, λοχίες του '97 ή του '12, μπαλτζήδες βλοσυροί πάνου απ' τον ώμο σειώντας το πελέκι, απελάτες και σκουταροφόροι, με το αίμα επάνω τους ακόμη Βουργάρων και Τούρκων.

Όλοι μαζί, δίχως μιλιά, χρόνους αμέτρητους αγκομαχώντας πλάι-πλάι, διαβαίναμε τις ράχες, τα φαράγγια, δίχως να λογαριάζουμε άλλο τίποτε. Γιατί, καθώς όταν βαρούν απανωτές αναποδιές τους ίδιους τους ανθρώπους πάντα, συνηθάν εκείνοι στο Κακό, τέλος του αλλάζουν όνομα, το λεν Γραμμένο ή Μοίρα - έτσι κι εμείς επροχωρούσαμε ίσια πάνου σ' αυτό που λέγαμε Κατάρα, όπως θα λέγαμε Αντάρα ή Σύγνεφο. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή, το πιο συχνά, ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας.

Κι ότι ήμασταν σιμά πολύ στα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες, μήτε αρρώστους και γερούς, μήτε φτωχούς και πλούσιους, το καταλαβαίναμε. Γιατί κι ο βρόντος πέρα, κάτι σαν καταιγίδα πίσω απ' τα βουνά, δυνάμωνε ολοένα, τόσο που καθαρά στο τέλος να διαβάζουμε το αργό και το βαρύ των κανονιών, το ξερό και το γρήγορο των πολυβόλων. Ύστερα και γιατί, ολοένα πιο συχνά, τύχαινε τώρα ν' απαντούμε απ' τ' άλλο μέρος να' ρχονται οι αργές οι συνοδείες με τους λαβωμένους. Όπου απιθώνανε χάμου τα φορεία οι νοσοκόμοι, με τον κόκκινο σταυρό στο περιβραχιόνιο, φτύνοντας μες στις παλάμες και το μάτι τους άγριο για τσιγάρο.


Κι οπού κατόπι, σαν ακούγανε για που τραβούσαμε, κουνούσαν το κεφάλι, αρχινώντας ιστορίες για σημεία και τέρατα. Όμως εμείς το μόνο που προσέχαμε ήταν εκείνες οι φωνές μέσα στα σκοτεινά, που ανέβαιναν, καυτές ακόμη από την πίσσα του βυθού ή το θειάφι: «Όι Όι, μάνα μου», «Όι Όι, μάνα μου», και κάποτε, πιο σπάνια, ένα πνιχτό μουσούνισμα, ίδιο ροχαλητό, που 'λεγαν, όσοι ξέρανε, είναι αυτός ο ρόγχος του θανάτου.


Ήταν φορές που εσέρνανε μαζί τους κι αιχμαλώτους, μόλις πιασμένους λίγες ώρες πριν, στα ξαφνικά γιουρούσια που κάναν τα περίπολα. Βρομούσανε κρασί τα χνότα τους, κι οι τσέπες τους γιομάτες κονσέρβα ή σοκολάτες. Όμως εμείς δεν είχαμε, ότι κομμένα τα γιοφύρια πίσω μας, και τα λίγα μουλάρια μας, κι εκείνα ανήμπορα μες στο χιόνι και στη γλιστράδα της λασπουριάς.

Τέλος, κάποια φορά, φανήκανε μακριά οι καπνοί που ανέβαιναν μεριές-μεριές κι οι πρώτες στον ορίζοντα κόκκινες, λαμπερές φωτοβολίδες.


Οδυσσέας Ελύτης










Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια πού περιέχουν ύβρεις και συνδέσμους πού οδηγούν σε ιστοτόπους με ακατάλληλο, αντεθνικό, ανθελληνικό, και προσβλητικό περιεχόμενο θα διαγράφονται. Επίσης δεν θα γίνονται δεκτά σχόλια γραμμένα σε greeklish.

ΟΧΙ ΑΛΛΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΑΙΜΟΡΑΓΙΑ

ΟΧΙ ΑΛΛΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΑΙΜΟΡΑΓΙΑ

Γιά Μένα

Η φωτογραφία μου
Επικοινωνία: patmos.island.blog@gmail.com

Ἀρχειοθήκη ἰστολογίου

Ἀναγνῶστες

Ας αποκαλούμε από τώρα και στο εξής τα Σκόπια ως Βαρδαρία. Ας το διαδώσουμε παντού.

Ας αποκαλούμε από τώρα και στο εξής τα Σκόπια ως Βαρδαρία. Ας το διαδώσουμε παντού.
Απαξάπαντες οι ...’’ελληνοφάγοι’’ ανα την Γην, τις γνωρίζουν, αυτές τις αλήθειες, πάρα πολύ καλά. Εκείνο που χρειάζονται, σαν αποστομωτική ’’επισφράγιση’’, είναι το περιβόητο γραμματόσημο, πάνω στο οποίο αυτό, το ίδιο, το συνονθύλευμα των Σκοπιανών, ονομάζει την ...πατρίδα του ...VARDARSKA. Τα γραμματόσημα αποτελούν ΕΠΙΣΗΜΗ ΕΚΔΟΣΗ της χώρας που τα κυκλοφορεί και θεωρούνται έτσι, ΕΠΙΣΗΜΑ και ΑΔΙΑΨΕΥΣΤΑ Έγγραφά της!

Προξενείο STOP

Προξενείο STOP
Κλίκ στήν εἰκόνα καί ὑπογράψτε γιά νά φύγει τό προξενεῖο ἀπό τήν Θράκη μας.
Loading...